Στα σαπισμένα σωθικά ενός σκοτεινού κουτιού,
Στην πιο παγωμένη κορυφή ενός βυθού,
Σε μια τροπόσφαιρα δίχως μπουκάλες οξυγόνου,
Στο τέλος ενός ατέλειωτου διαδρόμου,
και πάλι επέλεξα να με αφήσω
έξω από την πόλη μου
να παρατηρώ την παραμορφωμένη ύπαρξη μου σε ένα καθρέφτη,
σ'ένα καθρέφτη σπασμένο, με ξύλα κούφια καμωμένο
και κάθε ερώτηση σαν πετονιά αμολιέται
και φθάνει μέχρι το άπειρο
και σκονισμένη απο τους αιώνες
με φόρα πίσω σε μένα γυρνά.
Και περιμένοντας την απάντηση, ο χρόνος βιάζει το πρόσωπο μου,
με εκδικείται
μου ξεσκίζει όνειρα σαν άλλο το τέρας μιας αποκάλυψης που περιμένω.
Το χιονισμένο μου κεφάλι, βαρύ, συνθλίβει ένα σώμα που δεν μπορεί άλλο να το υποστεί
ένα σώμα που, παρ'ότι σμιλέυτηκε με μέτρο και σύνεση
μοιάζει πιο παρατημένο και από ερείπια ανακτόρων.
Από αυτά που κάποτε συνοστιζόταν το πλήθος και οι εραστές ίδρωναν κρυφά μόνο με τη φαντασία. Κι έπειτα μια πανούκλα ρούφηξε κάθε φωνή.
Έτσι και οι ερωτήσεις μου, αυτές οι σοφίες και οι επιστημονισμοί, αυτή η αυτοκαταστροφική ματαιοδοξία
αυτές οι φρούδες ελπίδες που έτρεφα
σα δεύτερη αρρώστια
σα δεύτερος εφιάλτης
με προδώσαν
και το βασίλειο μου πολιορκήθηκε και
ηττήθηκε
εκ των έσω.
Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012
Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012
Μία και μόνη
Μια μοναξιά που προσπαθεί με κάθε τρόπο να γίνει αισθητή.
Γραπώνεται στην υπαρξή μου, χρησιμοποιώντας τεχνιέντως όλες τις αισθήσεις μου για να μην πέσει στη λησμονιά, για να μου θυμίζει την ανεπιθύμητη παρουσία της.
Μια μοναξιά που δηλητηριάζει κάθε άνθος που γεννιέται στον κήπο μου και δίνει ζωή σε ζιζάνια.
Μια μοναξιά που εποφθαλμιά τον ήλιο, που με κάνει να αμφισβητώ την ύπαρξη μου.
Μια μοναξιά που θρέφεται από τα οστά που σα θησαυρό κρατούσα στα χέρια μου. Και τώρα πρέπει να τα απαρνηθώ.
Μία μόνη.
Γραπώνεται στην υπαρξή μου, χρησιμοποιώντας τεχνιέντως όλες τις αισθήσεις μου για να μην πέσει στη λησμονιά, για να μου θυμίζει την ανεπιθύμητη παρουσία της.
Μια μοναξιά που δηλητηριάζει κάθε άνθος που γεννιέται στον κήπο μου και δίνει ζωή σε ζιζάνια.
Μια μοναξιά που εποφθαλμιά τον ήλιο, που με κάνει να αμφισβητώ την ύπαρξη μου.
Μια μοναξιά που θρέφεται από τα οστά που σα θησαυρό κρατούσα στα χέρια μου. Και τώρα πρέπει να τα απαρνηθώ.
Μία μόνη.
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
Το υπόγειο- Τ.Λειβαδίτης
Αν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Εγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλοσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.
Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Εγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλοσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.
Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.
Στερέψαμε αλλά..
Στίχοι δε βγαίνουν.
Προτάσεις στεγνές.
Συλλαβές αδυνατούν αυτά που θέλουν να πουν.
Λέξεις ασύμβατες με κάθε μου σκέψη.
Ψάχνω την έμπνευση μέχρι να φέξει.
Απληστία!
Μου κλέψανε τα όνειρα
μου πήραν και τις λέξεις.
Μόνο κάτι τριμμένα "σ'αγαπώ" μείνανε και
οι πιο απλές πράξεις για να το δείχνουνε.
Μα αν από την άλλη χρεώσουν ακόμη και τις λέξεις,
αν μου πουν κάποια μέρα "μόνο ένα όνειρο έχεις"
θα προσπαθούσα να μας στριμώξω και τους δυο σ'αυτό και
πάλι μόνο "σ'αγαπώ" θα σου έλεγα.
Γιατί με το να σου χαρίσω αυτή τη λέξη σε κάνω τον πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου!
Προτάσεις στεγνές.
Συλλαβές αδυνατούν αυτά που θέλουν να πουν.
Λέξεις ασύμβατες με κάθε μου σκέψη.
Ψάχνω την έμπνευση μέχρι να φέξει.
Απληστία!
Μου κλέψανε τα όνειρα
μου πήραν και τις λέξεις.
Μόνο κάτι τριμμένα "σ'αγαπώ" μείνανε και
οι πιο απλές πράξεις για να το δείχνουνε.
Μα αν από την άλλη χρεώσουν ακόμη και τις λέξεις,
αν μου πουν κάποια μέρα "μόνο ένα όνειρο έχεις"
θα προσπαθούσα να μας στριμώξω και τους δυο σ'αυτό και
πάλι μόνο "σ'αγαπώ" θα σου έλεγα.
Γιατί με το να σου χαρίσω αυτή τη λέξη σε κάνω τον πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου!
Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010
Παράξενη σκέψη

Το έξω μου παράθυρο ανοιχτό
το μέσα μου όμως φυλακή καλά κλειδωμένη.
μόλις μου 'ρθε μια παράξενη σκέψη..
Είμαι η κουρτίνα του δωματίου μου.
Πάντα μένει στατική
μα, μόλις το παράθυρο ανοίξει,
μόλις ο αέρας χιμήξει για να βιάσει το δωμάτιο μου
της ασκεί τέτοια μαγεία που αρχίζει και χορεύει..
Ενώ πριν δυο λεπτά ήταν ακίνητη και πάντα σκυμμένη προς τα κάτω
κοίτα την τώρα δα πως παίζει!
Και πασχίζει να βγει απ το παράθυρο.Όντας μισή μέσα μισή έξω.
Προσωπικότητα διχασμένη.
Δυο άνθρωποι σ'ένα σώμα
Διάφανη για να βλέπει ό,τι γίνεται έξω,
αλλά ταυτόχρονα ικανή για να εμποδίζει τους έξω να μπουν μέσα..
και χορεύει περίεργα με τον ηλεκτρισμό
Τι κι αν σκιστεί?
Την αφήνω..θα έχει τουλάχιστον περάσει καλά.
Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010
Αιχμάλωτοι στο αμπάρι..

Είναι στιγμές που λες θα γράψεις ιστορία
και άλλες που βρίσκεσαι σε πλήρη αφασία!
Αταραξία.
Απραξία.
Στιγμές που χάνονται..
τι αμαρτία!
Μια κακογραμμένη ταινία.
Οδεύεις σ'ένα σίγουρο τέλος καθορισμένο από την αρχή.
Αγνοείς το ενδιάμεσο και ποιά είναι η κορυφή.
Κι ο νόμος της βαρύτητας δε σε αγνοεί.
Γιατί μόλις στην κορυφή φθάνεις
τη γη κάτω απ'τα πόδια σου χάνεις,
σα βράχος που τρέχει με ορμή
δίχως να πατεί το φρένο.
Τη ζωή μου με δάκρυα αντί για γέλια ρένω.
Λες να'ναι αργά;
Λες μάταια να τρέχω πίσω απ'το τελευταίο τρένο;
Τρέμω.
Τα παράθυρα ανοίγω και ψάχνω
Ψάχνω τη σκάλα που κάποτε είπα πως βγάζει σε ουρανό.
Μα μόνη την οδήγησα σ'ένα άδειο πατάρι.
(λες το πατάρι να κρύβει θησαυρό;)
Κρίμα μαμά!Δεν πήραμε χαμπάρι..
Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010
Oι εποχές
Στην αρχή ήταν απλά μια αύρα
ένα απαλό αεράκι,άγνωστο και ακατάληπτο από εμάς τους θνητούς,
που προμήνυε ότι κάτι μαγικό θα ακολουθήσει.
Σαν τα σύννεφα πριν τη βροχή
ή τον ηλεκτρισμό του αέρα που παίζει με τα στοιχεία της φύσης
και τα προετοιμάζει να ανοίξουν και τον πιό μικρό πόρο,
κάθε αγκαλιά,
προκειμένου να δεχθούν την ευεργετική βροχή και να καρπίσουν.
Ναι,σίγουρα έτσι ήταν!
Έπειτα δώσαμε πνοή σε μια μικρή σπίθα
και δημιουργήσαμε όλες τις κατάλληλες συνθήκες
ώστε αυτή να γεννήσει του καρπούς μας.
Και αυτοί πρόβαλλαν!
Τους έθρεφε αργά,σταδιακά,χωρίς βιασύνη κι ενθουσιασμό
-γιατί η σπίθα σαν φουντώσει γίνεται πύρινος όλεθρος-
με όλη την τρυφερότητα που χρειάζονται τα έμβρυα.
Και πρόβαλλαν οι καρποί μας,πολλά υποσχόμενοι.
Ναι,σίγουρα έτσι έγινε!
Κι εμείς, συνεπείς κηπουροί, δώσαμε ζωή
σε άνθη μοσχομυριστά και γεμάτα φως.
Κάποια ίσως είναι ακόμα κλειστά μα έχουν τις καλύτερες προδιαγραφές.
Μα σαν καθήσαμε να ξαποστάσουμε, ο αέρας ζήλεψε τα άνθη μας και φύσηξε με μανία
και πέσαν χάμω μερικά ανθάκια όμορφα
και εμείς κατηγορήσαμε τον εαυτό μας και κλάψαμε..
Μα για σκέψου..τα άνθη που πέσανε μάλλον ήταν τα πιο αδύναμα
κι ωφέλησαν το δένδρο μας γιατί το έθρεψαν
και τα δακρυά μας το πότισαν και το θέριεψαν
και ρίζωσε το δένδρο μας!
Ναι,σίγουρα έτσι είναι!
Και τώρα είναι άνοιξη..
Μα άκουσα και για εποχές που λέγονται χειμώνες
Τότε, λέει, πέφτουν όλα τα άνθη
κι όλα τα φύλλα
και το δένδρο φαίνεται γυμνό και άσχημο και παραμελημένο
και κανείς πια δεν καμαρώνει γι' αυτό.
-Μα γιατί; ρώτησα.
-Γιατί για όλα υπάρχει ανατολή και δύση.
-Και το δικό μας δένδρο θα δύσει;
-Τα περισσότερα δύουν.
Από τότε ψάχνω να βρω πώς να μην έρθει η δύση.
Μα αν το καλοσκεφτείς..ο ήλιος ποτέ δε δύει!
Είμαστε εμείς που δεν τον βλέπουμε
Εμείς που του κρυβόμαστε.
Γι'αυτό πιάσε το χέρι μου
κι έλα να τρέξουμε στην άλλη άκρη της Γης, στο άλλο ημισφαίριο
να δούμε πάλι την ανατολή
και να μην πεθάνει το δένδρο μας..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)